αρμάτα

αρμάτα
η
1) богатая одежда, наряд; 2) армада

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αρμάτα" в других словарях:

  • αρμάτα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.020 μ., 62 κάτ.) στην πρώην επαρχία Κόνιτσας του νομού Ιωαννίνων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κόνιτσας. * * * (I) η η αρμάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. armata «στόλος» (< λατ. armata, θηλ. του armatus, παθ. μτχ. του armo… …   Dictionary of Greek

  • ἄρματα — ἄρμα that which one takes neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅρματα — Ἅρμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅρματα — ἅρμα chariot neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρματ' — ἄρματα , ἄρμα that which one takes neut nom/voc/acc pl ἄρματι , ἄρμα that which one takes neut dat sg ἄρματε , ἄρμα that which one takes neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅρμαθ' — Ἅρματα , Ἅρμα neut nom/voc/acc pl Ἅρματι , Ἅρμα neut dat sg Ἅρματε , Ἅρμα neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅρμαθ' — ἅρματα , ἅρμα chariot neut nom/voc/acc pl ἅρματι , ἅρμα chariot neut dat sg ἅρματε , ἅρμα chariot neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅρματ' — Ἅρματα , Ἅρμα neut nom/voc/acc pl Ἅρματι , Ἅρμα neut dat sg Ἅρματε , Ἅρμα neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅρματ' — ἅρματα , ἅρμα chariot neut nom/voc/acc pl ἅρματι , ἅρμα chariot neut dat sg ἅρματε , ἅρμα chariot neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρμα — Αρχαία πόλη της Ταναγραίας στη Βοιωτία. Πήρε το όνομά της από το άρμα του Αμφιάραου που, σύμφωνα με τοπική παράδοση, εξαφανίστηκε στη θέση αυτή κατά τη φυγή των Αργείων από τις Θήβες. Την πόλη αυτή μνημονεύει και ο Όμηρος. * * * (I) ἄρμα, η (Α)… …   Dictionary of Greek

  • άρμα — I (λ. λατιν.), συνήθως στον πληθ. άρματα, τα όπλο, όπλα: Πέθαναν με τ άρματα στο χέρι. Φρ. «βάζω κάτω (ή ρίχνω) τ άρματα», αναγνωρίζω πως νικήθηκα (κυριολ. και μτφ.). II ατος 1. αρχαίο πολεμικό όχημα δίτροχο, ελαφρύ, που το έσερναν δύο ή τέσσερα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»